一芸に秀でる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαπρέπω σε έναν συγκεκριμένο τομέα, γίνομαι δεξιοτέχνης σε μια τέχνη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 一芸に秀でる
- Παρόν (ευγενικό)
- 一芸に秀でます
- Άρνηση (απλή)
- 一芸に秀でない
- Άρνηση (ευγενική)
- 一芸に秀でません
- Παρελθόν (απλό)
- 一芸に秀でた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 一芸に秀でました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 一芸に秀でなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 一芸に秀でませんでした
- Τε-μορφή
- 一芸に秀でて
- Δυνητική
- 一芸に秀でられる
- Προστακτική
- 一芸に秀でろ
- Βουλητική
- 一芸に秀でよう
- Υποθετική (ば)
- 一芸に秀でれば
- Υποθετική (たら)
- 一芸に秀でたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 一芸に秀でたい
- Απαγορευτική (~な)
- 一芸に秀でるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 一芸に秀でなさい
- Παθητική
- 一芸に秀でられる
- Αιτιατική
- 一芸に秀でさせる