いちげいひいでる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαπρέπω σε έναν συγκεκριμένο τομέα, γίνομαι δεξιοτέχνης σε μια τέχνη

Κλίση

Παρόν (απλό)
一芸に秀でる
Παρόν (ευγενικό)
一芸に秀でます
Άρνηση (απλή)
一芸に秀でない
Άρνηση (ευγενική)
一芸に秀でません
Παρελθόν (απλό)
一芸に秀でた
Παρελθόν (ευγενικό)
一芸に秀でました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一芸に秀でなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一芸に秀でませんでした
Τε-μορφή
一芸に秀でて
Δυνητική
一芸に秀でられる
Προστακτική
一芸に秀でろ
Βουλητική
一芸に秀でよう
Υποθετική (ば)
一芸に秀でれば