いちどくさんたん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ανάγνωση που προκαλεί συνεχείς αναστεναγμούς θαυμασμού

Κλίση

Παρόν (απλό)
一読三嘆する
Παρόν (ευγενικό)
一読三嘆します
Άρνηση (απλή)
一読三嘆しない
Άρνηση (ευγενική)
一読三嘆しません
Παρελθόν (απλό)
一読三嘆した
Παρελθόν (ευγενικό)
一読三嘆しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一読三嘆しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一読三嘆しませんでした
Τε-μορφή
一読三嘆して
Δυνητική
一読三嘆できる
Προστακτική
一読三嘆しろ
Βουλητική
一読三嘆しよう
Υποθετική (ば)
一読三嘆すれば