いっそく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ένα πήδημα (δηλαδή παράκαμψη ενδιάμεσων σταδίων), ένα άλμα, ένα βήμα, μία κίνηση, η εκτέλεση κάτι με τη μία
  2. 02 πήδημα (με τα δύο πόδια ενωμένα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
一足飛びする
Παρόν (ευγενικό)
一足飛びします
Άρνηση (απλή)
一足飛びしない
Άρνηση (ευγενική)
一足飛びしません
Παρελθόν (απλό)
一足飛びした
Παρελθόν (ευγενικό)
一足飛びしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一足飛びしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一足飛びしませんでした
Τε-μορφή
一足飛びして
Δυνητική
一足飛びできる
Προστακτική
一足飛びしろ
Βουλητική
一足飛びしよう
Υποθετική (ば)
一足飛びすれば