いちやく

επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αιφνίδια, ακαριαία, μονομιάς (όπως το να αποκτήσει κάποιος φήμη), εν μία νυκτί
  2. 02 ένα πήδημα, ένα άλμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
一躍する
Παρόν (ευγενικό)
一躍します
Άρνηση (απλή)
一躍しない
Άρνηση (ευγενική)
一躍しません
Παρελθόν (απλό)
一躍した
Παρελθόν (ευγενικό)
一躍しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一躍しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一躍しませんでした
Τε-μορφή
一躍して
Δυνητική
一躍できる
Προστακτική
一躍しろ
Βουλητική
一躍しよう
Υποθετική (ば)
一躍すれば