一身に集める
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γίνομαι το επίκεντρο (της προσοχής, της συμπάθειας, της ελπίδας κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 一身に集める
- Παρόν (ευγενικό)
- 一身に集めます
- Άρνηση (απλή)
- 一身に集めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 一身に集めません
- Παρελθόν (απλό)
- 一身に集めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 一身に集めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 一身に集めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 一身に集めませんでした
- Τε-μορφή
- 一身に集めて
- Δυνητική
- 一身に集められる
- Προστακτική
- 一身に集めろ
- Βουλητική
- 一身に集めよう
- Υποθετική (ば)
- 一身に集めれば
- Υποθετική (たら)
- 一身に集めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 一身に集めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 一身に集めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 一身に集めなさい
- Παθητική
- 一身に集められる
- Αιτιατική
- 一身に集めさせる