一進一退
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός εναλλασσόμενη πρόοδος και υποχώρηση, αυξομείωση, διακύμανση, εναλλαγή ευνοϊκών και δυσμενών καταστάσεων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 一進一退する
- Παρόν (ευγενικό)
- 一進一退します
- Άρνηση (απλή)
- 一進一退しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 一進一退しません
- Παρελθόν (απλό)
- 一進一退した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 一進一退しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 一進一退しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 一進一退しませんでした
- Τε-μορφή
- 一進一退して
- Δυνητική
- 一進一退できる
- Προστακτική
- 一進一退しろ
- Βουλητική
- 一進一退しよう
- Υποθετική (ば)
- 一進一退すれば
- Υποθετική (たら)
- 一進一退したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 一進一退したい
- Απαγορευτική (~な)
- 一進一退するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 一進一退しなさい
- Παθητική
- 一進一退される
- Αιτιατική
- 一進一退させる