いっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πέρασμα (π.χ. τυφώνα), διέλευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
一過する
Παρόν (ευγενικό)
一過します
Άρνηση (απλή)
一過しない
Άρνηση (ευγενική)
一過しません
Παρελθόν (απλό)
一過した
Παρελθόν (ευγενικό)
一過しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一過しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一過しませんでした
Τε-μορφή
一過して
Δυνητική
一過できる
Προστακτική
一過しろ
Βουλητική
一過しよう
Υποθετική (ば)
一過すれば