一いち面めん

ουσιαστικό, επίρρημα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μία όψη, μία επιφάνεια
  2. 02 όλη η επιφάνεια
  3. 03 μία πτυχή, μία πλευρά
  4. 04 από την άλλη πλευρά
  5. 05 ένα πλατύ, επίπεδο αντικείμενο
  6. 06 πρωτοσέλιδο (π.χ. εφημερίδας)

Παραδείγματα

  • 雪ゆきが一面いちめんに降ふりました。

    Έπεσε χιόνι παντού.

  • 畑はたけ一面いちめんに花はなが咲さいています。

    Όλο το χωράφι είναι γεμάτο λουλούδια.

  • その事件じけんが新聞しんぶんの一面いちめんを飾かざりました。

    Αυτό το περιστατικό έγινε πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα.