丁てい寧ねい

επίθετο, ουσιαστικό | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευγενικός, κόσμιος, ευπρεπής
  2. 02 προσεκτικός, σχολαστικός, ενδελεχής, ευσυνείδητος

Παραδείγματα

  • 彼かれは丁寧ていねいな人ひとです。

    Είναι ένας ευγενικός άνθρωπος.

  • 先生せんせいはいつも丁寧ていねいに説明せつめいしてくれます。

    Ο δάσκαλος μάς εξηγεί πάντα τα πράγματα με προσοχή.

  • お客様おきゃくさまとの円滑えんかつなコミュニケーションを図はかるため、丁寧ていねいな言葉遣ことばづかいを心こころがけています。

    Προσπαθώ να χρησιμοποιώ ευγενική γλώσσα, προκειμένου να εξασφαλίσω ομαλή επικοινωνία με τους πελάτες.