まんいちそなえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προνοώ για απρόβλεπτες καταστάσεις, προετοιμάζομαι για το χειρότερο ενδεχόμενο

Κλίση

Παρόν (απλό)
万一に備える
Παρόν (ευγενικό)
万一に備えます
Άρνηση (απλή)
万一に備えない
Άρνηση (ευγενική)
万一に備えません
Παρελθόν (απλό)
万一に備えた
Παρελθόν (ευγενικό)
万一に備えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
万一に備えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
万一に備えませんでした
Τε-μορφή
万一に備えて
Δυνητική
万一に備えられる
Προστακτική
万一に備えろ
Βουλητική
万一に備えよう
Υποθετική (ば)
万一に備えれば