ばんにん

άλλο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθολικά αποδεκτός, κατάλληλος για όλους, αρεστός στο ευρύ κοινό

Κλίση

Παρόν (απλό)
万人受けする
Παρόν (ευγενικό)
万人受けします
Άρνηση (απλή)
万人受けしない
Άρνηση (ευγενική)
万人受けしません
Παρελθόν (απλό)
万人受けした
Παρελθόν (ευγενικό)
万人受けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
万人受けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
万人受けしませんでした
Τε-μορφή
万人受けして
Δυνητική
万人受けできる
Προστακτική
万人受けしろ
Βουλητική
万人受けしよう
Υποθετική (ば)
万人受けすれば