さんとうぶん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χωρίζω σε τρία ίσα μέρη

Κλίση

Παρόν (απλό)
三等分する
Παρόν (ευγενικό)
三等分します
Άρνηση (απλή)
三等分しない
Άρνηση (ευγενική)
三等分しません
Παρελθόν (απλό)
三等分した
Παρελθόν (ευγενικό)
三等分しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
三等分しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
三等分しませんでした
Τε-μορφή
三等分して
Δυνητική
三等分できる
Προστακτική
三等分しろ
Βουλητική
三等分しよう
Υποθετική (ば)
三等分すれば