上がり
ουσιαστικό, επίθημα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 άνοδος, αύξηση, αναρρίχηση
- 02 εισόδημα, εισπράξεις, απολαβές, έσοδα, απόδοση (σοδειάς), κέρδος
- 03 ολοκλήρωση, τέλος, πέρας
- 04 τελικό αποτέλεσμα (π.χ. χειροτεχνίας), τελική εμφάνιση, φινίρισμα
- 05 συνήθως γραμμένο με κάνα τερματισμός (σε παιχνίδι με κάρτες ή ταμπλό)
- 06 συντομογραφία πράσινο τσάι (ιδιαίτερα σε εστιατόρια σούσι)
- 07 επίθημα μετά (από βροχή, ασθένεια κ.λπ.)
- 08 επίθημα πρώην (π.χ. πρώην γραφειοκράτης)