がりこむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισέρχομαι (σε σπίτι, δωμάτιο, κ.λπ.), μπαίνω μέσα

Κλίση

Παρόν (απλό)
上がりこむ
Παρόν (ευγενικό)
上がりこみます
Άρνηση (απλή)
上がりこまない
Άρνηση (ευγενική)
上がりこみません
Παρελθόν (απλό)
上がりこんだ
Παρελθόν (ευγενικό)
上がりこみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
上がりこまなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
上がりこみませんでした
Τε-μορφή
上がりこんで
Δυνητική
上がりこめる
Προστακτική
上がりこめ
Βουλητική
上がりこもう
Υποθετική (ば)
上がりこめば