げる

ρήμα, άλλο, επίθημα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σηκώνω, υψώνω
  2. 02 ανεβάζω (κάτι σε ψηλότερο μέρος), τοποθετώ (π.χ. σε ράφι)
  3. 03 αυξάνω (τιμή, ποιότητα, κύρος κ.λπ.), ανεβάζω (μισθό)
  4. 04 δείχνω σε κάποιον (την είσοδο σε δωμάτιο), βάζω μέσα (π.χ. έναν επισκέπτη)
  5. 05 ευγενικό συνήθως γραμμένο με κάνα δίνω
  6. 06 εγγράφω (το παιδί μου σε σχολείο), στέλνω (το παιδί μου, π.χ. στο πανεπιστήμιο)
  7. 07 αναπτύσσω (ταλέντο, δεξιότητα κ.λπ.), βελτιώνω
  8. 08 κερδίζω (κάτι επιθυμητό), επιτυγχάνω (π.χ. ένα καλό αποτέλεσμα), αποκτώ
  9. 09 προάγω (κάποιον)
  10. 10 ολοκληρώνω, τελειώνω
  11. 11 κάνω (δυνατό ήχο), ανεβάζω (τη φωνή μου)
  12. 12 υψώνω (το βλέμμα μου), σηκώνω (το πρόσωπό μου), κοιτάζω ψηλά
  13. 13 φτιάχνω (τα μαλλιά μου)
  14. 14 προσφέρω (θυμίαμα, προσευχή κ.λπ.) στους θεούς (ή στον Βούδα κ.λπ.)
  15. 15 επαινώ, συγχαίρω, κολακεύω
  16. 16 τα βγάζω πέρα (με λιγότερα έξοδα από τα αναμενόμενα), καλύπτω τα έξοδα (με ένα δεδομένο ποσό), καθορίζω το κόστος
  17. 17 τελειώνω (τις σπουδές μου), ολοκληρώνω (ένα μάθημα), περνάω (π.χ. μια τάξη)
  18. 18 ανεβάζω (π.χ. μια εικόνα), δημοσιεύω (στο διαδίκτυο), αναρτώ
  19. 19 καθομιλουμένη ανεβάζω το ηθικό κάποιου, φτιάχνω τη διάθεση κάποιου, βελτιώνω τη διάθεση
  20. 20 (για την παλίρροια) ανεβαίνει, έρχεται
  21. 21 αυξάνομαι (για την τιμή αγοράς), ανεβαίνω (για τις τιμές των μετοχών)
  22. 22 εμετώ, κάνω εμετό
  23. 23 συνήθως γραμμένο με κάνα ευγενικό κάνω κάτι (για χάρη κάποιου άλλου)
  24. 24 επίθημα ολοκληρώνω...
  25. 25 ταπεινό επίθημα κάνω ταπεινά...

Παραδείγματα

  • げます

    Σηκώνω το χέρι μου.

  • 試験しけん点数てんすうげたです。

    Θέλω να ανεβάσω τους βαθμούς μου στις εξετάσεις.

  • あげうりあげげるために、あたらしい戦略せんりゃくてる必要ひつようがあります。

    Για να αυξήσουμε τις πωλήσεις, πρέπει να χαράξουμε μια νέα στρατηγική.

Κλίση

Παρόν (απλό)
上げる
Παρόν (ευγενικό)
上げます
Άρνηση (απλή)
上げない
Άρνηση (ευγενική)
上げません
Παρελθόν (απλό)
上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
上げませんでした
Τε-μορφή
上げて
Δυνητική
上げられる
Προστακτική
上げろ
Βουλητική
上げよう
Υποθετική (ば)
上げれば