ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανέβασμα και κατέβασμα
  2. 02 διακύμανση (τιμών, επιτοκίων κ.λπ.)
  3. 03 επαινος και υποτίμηση
  4. 04 σερβίρισμα (γευμάτων κ.λπ.) και μάζεμα
  5. 05 παλίρροια και άμπωτη (της παλίρροιας)
  6. 06 άνοδος και κάθοδος (τόνου, τονικού ύψους κ.λπ.), διακύμανση

Κλίση

Παρόν (απλό)
上げ下げする
Παρόν (ευγενικό)
上げ下げします
Άρνηση (απλή)
上げ下げしない
Άρνηση (ευγενική)
上げ下げしません
Παρελθόν (απλό)
上げ下げした
Παρελθόν (ευγενικό)
上げ下げしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
上げ下げしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
上げ下げしませんでした
Τε-μορφή
上げ下げして
Δυνητική
上げ下げできる
Προστακτική
上げ下げしろ
Βουλητική
上げ下げしよう
Υποθετική (ば)
上げ下げすれば