ろし

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανύψωση και βύθιση
  2. 02 φόρτωση και εκφόρτωση (φορτίου)
  3. 03 καθομιλουμένη έπαινος και επίκριση

Κλίση

Παρόν (απλό)
上げ下ろしする
Παρόν (ευγενικό)
上げ下ろしします
Άρνηση (απλή)
上げ下ろししない
Άρνηση (ευγενική)
上げ下ろししません
Παρελθόν (απλό)
上げ下ろしした
Παρελθόν (ευγενικό)
上げ下ろししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
上げ下ろししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
上げ下ろししませんでした
Τε-μορφή
上げ下ろしして
Δυνητική
上げ下ろしできる
Προστακτική
上げ下ろししろ
Βουλητική
上げ下ろししよう
Υποθετική (ば)
上げ下ろしすれば