うわずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ηχώ οξέα (για φωνή), ακούγομαι με υψηλή τονικότητα και ενθουσιασμό, ακούγομαι κενός
  2. 02 ενθουσιάζομαι, γίνομαι ανήσυχος
  3. 03 εκτινάσσομαι πολύ ψηλά, έρχομαι ψηλά

Κλίση

Παρόν (απλό)
上ずる
Παρόν (ευγενικό)
上ずります
Άρνηση (απλή)
上ずらない
Άρνηση (ευγενική)
上ずりません
Παρελθόν (απλό)
上ずった
Παρελθόν (ευγενικό)
上ずりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
上ずらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
上ずりませんでした
Τε-μορφή
上ずって
Δυνητική
上ずれる
Προστακτική
上ずれ
Βουλητική
上ずろう
Υποθετική (ば)
上ずれば