しょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: じょうげ , うえした

  1. 01 πάνω και κάτω, επάνω και κάτω, υψηλό και χαμηλό, ανώτερο και κατώτερο άκρο
  2. 02 ανώτερες και κατώτερες τάξεις, κυβερνώντες και κυβερνώμενοι, η κυβέρνηση και ο λαός

Κλίση

Παρόν (απλό)
上下する
Παρόν (ευγενικό)
上下します
Άρνηση (απλή)
上下しない
Άρνηση (ευγενική)
上下しません
Παρελθόν (απλό)
上下した
Παρελθόν (ευγενικό)
上下しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
上下しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
上下しませんでした
Τε-μορφή
上下して
Δυνητική
上下できる
Προστακτική
上下しろ
Βουλητική
上下しよう
Υποθετική (ば)
上下すれば