上回る
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπερβαίνω, ξεπερνώ, είμαι ανώτερος από (ιδίως για ποσοτικά στοιχεία: κέρδη, ποσοστό ανεργίας κ.λπ.)
Παραδείγματα
-
売上が予想を上回った。
Οι πωλήσεις ξεπέρασαν τις προσδοκίες.
-
今年の収益は、昨年の記録を大幅に上回るだろう。
Τα φετινά κέρδη μάλλον θα ξεπεράσουν κατά πολύ το περσινό ρεκόρ.
-
消費者の予想を上回る商品を開発し続けることが、企業の成長に不可欠です。
Η συνεχής ανάπτυξη προϊόντων που ξεπερνούν τις προσδοκίες των καταναλωτών είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη μιας επιχείρησης.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 上回る
- Παρόν (ευγενικό)
- 上回ります
- Άρνηση (απλή)
- 上回らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 上回りません
- Παρελθόν (απλό)
- 上回った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 上回りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 上回らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 上回りませんでした
- Τε-μορφή
- 上回って
- Δυνητική
- 上回れる
- Προστακτική
- 上回れ
- Βουλητική
- 上回ろう
- Υποθετική (ば)
- 上回れば
- Υποθετική (たら)
- 上回ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 上回りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 上回るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 上回りなさい
- Παθητική
- 上回られる
- Αιτιατική
- 上回らせる