じょうじょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισαγωγή στο χρηματιστήριο, δημόσια εγγραφή εταιρείας
  2. 02 παράσταση (θεατρικού έργου, όπερας κ.λπ.), ανέβασμα έργου, παρουσίαση

Κλίση

Παρόν (απλό)
上場する
Παρόν (ευγενικό)
上場します
Άρνηση (απλή)
上場しない
Άρνηση (ευγενική)
上場しません
Παρελθόν (απλό)
上場した
Παρελθόν (ευγενικό)
上場しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
上場しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
上場しませんでした
Τε-μορφή
上場して
Δυνητική
上場できる
Προστακτική
上場しろ
Βουλητική
上場しよう
Υποθετική (ば)
上場すれば