上手に扱う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χειρίζομαι επιδέξια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 上手に扱う
- Παρόν (ευγενικό)
- 上手に扱います
- Άρνηση (απλή)
- 上手に扱わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 上手に扱いません
- Παρελθόν (απλό)
- 上手に扱った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 上手に扱いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 上手に扱わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 上手に扱いませんでした
- Τε-μορφή
- 上手に扱って
- Δυνητική
- 上手に扱える
- Προστακτική
- 上手に扱え
- Βουλητική
- 上手に扱おう
- Υποθετική (ば)
- 上手に扱えば
- Υποθετική (たら)
- 上手に扱ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 上手に扱いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 上手に扱うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 上手に扱いなさい
- Παθητική
- 上手に扱われる
- Αιτιατική
- 上手に扱わせる