上手に選ぶ
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιλέγω σωστά, διαλέγω επιδέξια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 上手に選ぶ
- Παρόν (ευγενικό)
- 上手に選びます
- Άρνηση (απλή)
- 上手に選ばない
- Άρνηση (ευγενική)
- 上手に選びません
- Παρελθόν (απλό)
- 上手に選んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 上手に選びました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 上手に選ばなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 上手に選びませんでした
- Τε-μορφή
- 上手に選んで
- Δυνητική
- 上手に選べる
- Προστακτική
- 上手に選べ
- Βουλητική
- 上手に選ぼう
- Υποθετική (ば)
- 上手に選べば
- Υποθετική (たら)
- 上手に選んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 上手に選びたい
- Απαγορευτική (~な)
- 上手に選ぶな
- Προστακτική (ευγενική)
- 上手に選びなさい
- Παθητική
- 上手に選ばれる
- Αιτιατική
- 上手に選ばせる