上振れ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανοδική τάση (π.χ. οικονομική), ανοδική πορεία, άλμα (π.χ. πληθωρισμού)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 上振れする
- Παρόν (ευγενικό)
- 上振れします
- Άρνηση (απλή)
- 上振れしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 上振れしません
- Παρελθόν (απλό)
- 上振れした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 上振れしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 上振れしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 上振れしませんでした
- Τε-μορφή
- 上振れして
- Δυνητική
- 上振れできる
- Προστακτική
- 上振れしろ
- Βουλητική
- 上振れしよう
- Υποθετική (ば)
- 上振れすれば
- Υποθετική (たら)
- 上振れしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 上振れしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 上振れするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 上振れしなさい
- Παθητική
- 上振れされる
- Αιτιατική
- 上振れさせる