上木
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 έκδοση, ξυλογραφία
- 02 θόλος δέντρων, φυλλωσιά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 上木する
- Παρόν (ευγενικό)
- 上木します
- Άρνηση (απλή)
- 上木しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 上木しません
- Παρελθόν (απλό)
- 上木した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 上木しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 上木しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 上木しませんでした
- Τε-μορφή
- 上木して
- Δυνητική
- 上木できる
- Προστακτική
- 上木しろ
- Βουλητική
- 上木しよう
- Υποθετική (ば)
- 上木すれば
- Υποθετική (たら)
- 上木したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 上木したい
- Απαγορευτική (~な)
- 上木するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 上木しなさい
- Παθητική
- 上木される
- Αιτιατική
- 上木させる