じょう

ουσιαστικό, ρήμα, επίθημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισαγωγή στην ημερήσια διάταξη
  2. 02 συντομογραφία επίθημα μέλος της άνω βουλής

Κλίση

Παρόν (απλό)
上議する
Παρόν (ευγενικό)
上議します
Άρνηση (απλή)
上議しない
Άρνηση (ευγενική)
上議しません
Παρελθόν (απλό)
上議した
Παρελθόν (ευγενικό)
上議しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
上議しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
上議しませんでした
Τε-μορφή
上議して
Δυνητική
上議できる
Προστακτική
上議しろ
Βουλητική
上議しよう
Υποθετική (ば)
上議すれば