下さがる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατεβαίνω, πέφτω, βυθίζομαι, χαμηλώνω
  2. 02 κρέμομαι
  3. 03 οπισθοχωρώ, αποσύρομαι, κάνω πίσω, αποχωρώ
  4. 04 χειροτερεύω, υποβαθμίζομαι, πέφτω
  5. 05 πλησιάζω το σήμερα
  6. 06 συνήθως γραμμένο με κάνα εκτείνομαι προς τα κάτω

Παραδείγματα

  • 気温きおんが下さがります。

    Η θερμοκρασία πέφτει.

  • あの商品しょうひんの値段ねだんが下さがりました。

    Η τιμή αυτού του προϊόντος έπεσε.

  • 最近さいきん、悪わるい結果けっかが続つづいて、やる気きが下さがってきています。

    Τον τελευταίο καιρό, λόγω των κακών αποτελεσμάτων που συνεχίζονται, η διάθεσή μου έχει πέσει.

Κλίση

Παρόν (απλό)
下がる
Παρόν (ευγενικό)
下がります
Άρνηση (απλή)
下がらない
Άρνηση (ευγενική)
下がりません
Παρελθόν (απλό)
下がった
Παρελθόν (ευγενικό)
下がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
下がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
下がりませんでした
Τε-μορφή
下がって
Δυνητική
下がれる
Προστακτική
下がれ
Βουλητική
下がろう
Υποθετική (ば)
下がれば