したごしらえ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαταρκτικές διευθετήσεις, προετοιμασία, προπαρασκευαστική εργασία, προμαγειρική επεξεργασία

Κλίση

Παρόν (απλό)
下ごしらえする
Παρόν (ευγενικό)
下ごしらえします
Άρνηση (απλή)
下ごしらえしない
Άρνηση (ευγενική)
下ごしらえしません
Παρελθόν (απλό)
下ごしらえした
Παρελθόν (ευγενικό)
下ごしらえしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
下ごしらえしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
下ごしらえしませんでした
Τε-μορφή
下ごしらえして
Δυνητική
下ごしらえできる
Προστακτική
下ごしらえしろ
Βουλητική
下ごしらえしよう
Υποθετική (ば)
下ごしらえすれば