ろす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατεβάζω (ένα χέρι, σημαία, ρολό), ρίχνω (άγκυρα, κουρτίνα), λύνω (μαλλιά), καθελκύω (σκάφος)
  2. 02 ειδικά ως 降ろす αποβιβάζω (επιβάτη), ξεφορτώνω (εμπορεύματα, φορτηγό), εκφορτώνω
  3. 03 αναλαμβάνω (χρήματα), αποσύρω (χρήματα)
  4. 04 χρησιμοποιώ για πρώτη φορά, φοράω για πρώτη φορά
  5. 05 κόβω, φιλετάρω (ψάρι), τρίβω (π.χ. ραπανάκι), κλαδεύω (κλαδιά)
  6. 06 ειδικά ως 降ろす απομακρύνω (από θέση), καθαιρώ, διώχνω
  7. 07 συμμαζεύω (το τραπέζι), αφαιρώ (προσφορές από βωμό), μεταβιβάζω (π.χ. παλιά ρούχα), παραδίδω
  8. 08 εκβάλλω από το σώμα (π.χ. σκουλήκια), κάνω έκτρωση (έμβρυο)
  9. 09 επικαλούμαι (πνεύμα), κατεβάζω (πνεύμα)

Παραδείγματα

  • 荷物にもつろします

    Βάζω κάτω τις αποσκευές.

  • 銀行ぎんこうお金おかねろします

    Θα σηκώσω χρήματα από την τράπεζα.

  • 大変たいへん仕事しごとわって、ようやくかたろすことができました。

    Η δύσκολη δουλειά τελείωσε και επιτέλους μπόρεσα να ξεφορτωθώ ένα βάρος από τους ώμους μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
下ろす
Παρόν (ευγενικό)
下ろします
Άρνηση (απλή)
下ろさない
Άρνηση (ευγενική)
下ろしません
Παρελθόν (απλό)
下ろした
Παρελθόν (ευγενικό)
下ろしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
下ろさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
下ろしませんでした
Τε-μορφή
下ろして
Δυνητική
下ろせる
Προστακτική
下ろせ
Βουλητική
下ろそう
Υποθετική (ば)
下ろせば