じょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποβίβαση (ειδικότερα από άλογο ως ένδειξη σεβασμού), κάθοδος
  2. 02 απαγόρευση εισόδου στον χώρο ναού ή ιερού έφιππος

Κλίση

Παρόν (απλό)
下乗する
Παρόν (ευγενικό)
下乗します
Άρνηση (απλή)
下乗しない
Άρνηση (ευγενική)
下乗しません
Παρελθόν (απλό)
下乗した
Παρελθόν (ευγενικό)
下乗しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
下乗しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
下乗しませんでした
Τε-μορφή
下乗して
Δυνητική
下乗できる
Προστακτική
下乗しろ
Βουλητική
下乗しよう
Υποθετική (ば)
下乗すれば