こう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετάβαση από την πρωτεύουσα στις επαρχίες
  2. 02 επιστροφή μετά από προσευχή σε ναό ή ιερό
  3. 03 κατάβαση από υψηλό σε χαμηλό μέρος

Κλίση

Παρόν (απλό)
下向する
Παρόν (ευγενικό)
下向します
Άρνηση (απλή)
下向しない
Άρνηση (ευγενική)
下向しません
Παρελθόν (απλό)
下向した
Παρελθόν (ευγενικό)
下向しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
下向しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
下向しませんでした
Τε-μορφή
下向して
Δυνητική
下向できる
Προστακτική
下向しろ
Βουλητική
下向しよう
Υποθετική (ば)
下向すれば