したまわ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπολείπομαι, είμαι μικρότερος ή χαμηλότερος από (ιδίως για μεγέθη: κέρδη, ποσοστό ανεργίας κ.λπ.), υπολείπομαι ελάχιστα, είμαι οριακά κάτω από

Κλίση

Παρόν (απλό)
下回る
Παρόν (ευγενικό)
下回ります
Άρνηση (απλή)
下回らない
Άρνηση (ευγενική)
下回りません
Παρελθόν (απλό)
下回った
Παρελθόν (ευγενικό)
下回りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
下回らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
下回りませんでした
Τε-μορφή
下回って
Δυνητική
下回れる
Προστακτική
下回れ
Βουλητική
下回ろう
Υποθετική (ば)
下回れば