したそうだん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαταρκτική διαβούλευση, συνεννόηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
下相談する
Παρόν (ευγενικό)
下相談します
Άρνηση (απλή)
下相談しない
Άρνηση (ευγενική)
下相談しません
Παρελθόν (απλό)
下相談した
Παρελθόν (ευγενικό)
下相談しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
下相談しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
下相談しませんでした
Τε-μορφή
下相談して
Δυνητική
下相談できる
Προστακτική
下相談しろ
Βουλητική
下相談しよう
Υποθετική (ば)
下相談すれば