した

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαταρκτική επιθεώρηση, προεπισκόπηση
  2. 02 προπαρασκευαστική ανάγνωση (π.χ. σημειώσεων μαθήματος)
  3. 03 επένδυση τοίχου (σε οικία), πετάσματα εξωτερικής τοιχοποιίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
下見する
Παρόν (ευγενικό)
下見します
Άρνηση (απλή)
下見しない
Άρνηση (ευγενική)
下見しません
Παρελθόν (απλό)
下見した
Παρελθόν (ευγενικό)
下見しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
下見しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
下見しませんでした
Τε-μορφή
下見して
Δυνητική
下見できる
Προστακτική
下見しろ
Βουλητική
下見しよう
Υποθετική (ば)
下見すれば