しゃ

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποβίβαση (από τρένο, λεωφορείο κ.λπ.), έξοδος (από αυτοκίνητο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
下車する
Παρόν (ευγενικό)
下車します
Άρνηση (απλή)
下車しない
Άρνηση (ευγενική)
下車しません
Παρελθόν (απλό)
下車した
Παρελθόν (ευγενικό)
下車しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
下車しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
下車しませんでした
Τε-μορφή
下車して
Δυνητική
下車できる
Προστακτική
下車しろ
Βουλητική
下車しよう
Υποθετική (ば)
下車すれば