ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: しもつけ

  1. 01 παραιτούμαι από δημόσιο αξίωμα
  2. 02 απώλεια της εξουσίας (ενός κόμματος), μετάβαση στην αντιπολίτευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
下野する
Παρόν (ευγενικό)
下野します
Άρνηση (απλή)
下野しない
Άρνηση (ευγενική)
下野しません
Παρελθόν (απλό)
下野した
Παρελθόν (ευγενικό)
下野しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
下野しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
下野しませんでした
Τε-μορφή
下野して
Δυνητική
下野できる
Προστακτική
下野しろ
Βουλητική
下野しよう
Υποθετική (ば)
下野すれば