επίθημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: した , もと , , しも

  1. 01 επίθημα κάτω από, υπό (την επήρεια, τον έλεγχο, τις συνθήκες κ.λπ.)· κατά τη διάρκεια (πολέμου, κατοχής κ.λπ.)