不ふ便べん

ουσιαστικό, επίθετο | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δυσχέρεια, αναστάτωση, απρακτικότητα, δυσχρηστία

Παραδείγματα

  • ここは不便ふべんです。

    Εδώ είναι άβολα.

  • 駅えきが遠とおいので、少すこし不便ふべんだと感かんじます。

    Επειδή ο σταθμός είναι μακριά, το βρίσκω λίγο άβολο.

  • スマートフォンがない時代じだいは、今いまと比くらべて随分ずいぶん不便ふべんだったと改あらためて実感じっかんしますね。

    Η εποχή χωρίς smartphones, τώρα που το ξανασκέφτομαι, συνειδητοποιώ πόσο πιο άβολη ήταν σε σύγκριση με σήμερα.