あんてい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποσταθεροποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
不安定化する
Παρόν (ευγενικό)
不安定化します
Άρνηση (απλή)
不安定化しない
Άρνηση (ευγενική)
不安定化しません
Παρελθόν (απλό)
不安定化した
Παρελθόν (ευγενικό)
不安定化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
不安定化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
不安定化しませんでした
Τε-μορφή
不安定化して
Δυνητική
不安定化できる
Προστακτική
不安定化しろ
Βουλητική
不安定化しよう
Υποθετική (ば)
不安定化すれば