けいたい

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μη κατοχή αντικειμένου (άδειας οδήγησης, διαβατηρίου, κ.λπ.), μη έχοντα επάνω του κάποιος, απουσία κατοχής