せいめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκαθιστώ την αδικία

Κλίση

Παρόν (απλό)
不正を矯める
Παρόν (ευγενικό)
不正を矯めます
Άρνηση (απλή)
不正を矯めない
Άρνηση (ευγενική)
不正を矯めません
Παρελθόν (απλό)
不正を矯めた
Παρελθόν (ευγενικό)
不正を矯めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
不正を矯めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
不正を矯めませんでした
Τε-μορφή
不正を矯めて
Δυνητική
不正を矯められる
Προστακτική
不正を矯めろ
Βουλητική
不正を矯めよう
Υποθετική (ば)
不正を矯めれば