せい使よう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μη εξουσιοδοτημένη χρήση, κακή χρήση

Κλίση

Παρόν (απλό)
不正使用する
Παρόν (ευγενικό)
不正使用します
Άρνηση (απλή)
不正使用しない
Άρνηση (ευγενική)
不正使用しません
Παρελθόν (απλό)
不正使用した
Παρελθόν (ευγενικό)
不正使用しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
不正使用しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
不正使用しませんでした
Τε-μορφή
不正使用して
Δυνητική
不正使用できる
Προστακτική
不正使用しろ
Βουλητική
不正使用しよう
Υποθετική (ば)
不正使用すれば