不法占拠
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παράνομη κατάληψη (π.χ. οικίας, γης κ.λπ.), αυθαίρετη κατάληψη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 不法占拠する
- Παρόν (ευγενικό)
- 不法占拠します
- Άρνηση (απλή)
- 不法占拠しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 不法占拠しません
- Παρελθόν (απλό)
- 不法占拠した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 不法占拠しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 不法占拠しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 不法占拠しませんでした
- Τε-μορφή
- 不法占拠して
- Δυνητική
- 不法占拠できる
- Προστακτική
- 不法占拠しろ
- Βουλητική
- 不法占拠しよう
- Υποθετική (ば)
- 不法占拠すれば
- Υποθετική (たら)
- 不法占拠したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 不法占拠したい
- Απαγορευτική (~な)
- 不法占拠するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 不法占拠しなさい
- Παθητική
- 不法占拠される
- Αιτιατική
- 不法占拠させる