ほうせんきょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παράνομη κατάληψη (π.χ. οικίας, γης κ.λπ.), αυθαίρετη κατάληψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
不法占拠する
Παρόν (ευγενικό)
不法占拠します
Άρνηση (απλή)
不法占拠しない
Άρνηση (ευγενική)
不法占拠しません
Παρελθόν (απλό)
不法占拠した
Παρελθόν (ευγενικό)
不法占拠しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
不法占拠しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
不法占拠しませんでした
Τε-μορφή
不法占拠して
Δυνητική
不法占拠できる
Προστακτική
不法占拠しろ
Βουλητική
不法占拠しよう
Υποθετική (ば)
不法占拠すれば