きょう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πέφτω στη δυσμένεια κάποιου, προκαλώ τη δυσαρέσκεια κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
不興を買う
Παρόν (ευγενικό)
不興を買います
Άρνηση (απλή)
不興を買わない
Άρνηση (ευγενική)
不興を買いません
Παρελθόν (απλό)
不興を買った
Παρελθόν (ευγενικό)
不興を買いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
不興を買わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
不興を買いませんでした
Τε-μορφή
不興を買って
Δυνητική
不興を買える
Προστακτική
不興を買え
Βουλητική
不興を買おう
Υποθετική (ば)
不興を買えば