くみする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λαμβάνω μέρος σε, συμμετέχω σε, παίρνω το μέρος κάποιου, υποστηρίζω, συμφωνώ με

Κλίση

Παρόν (απλό)
与する
Παρόν (ευγενικό)
与します
Άρνηση (απλή)
与しない
Άρνηση (ευγενική)
与しません
Παρελθόν (απλό)
与した
Παρελθόν (ευγενικό)
与しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
与しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
与しませんでした
Τε-μορφή
与して
Δυνητική
与できる
Προστακτική
与しろ
Βουλητική
与しよう
Υποθετική (ば)
与すれば