あずか

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συμμετέχω, παίρνω μέρος, παίζω ρόλο σε κάτι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα λαμβάνω, δέχομαι, απολαμβάνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
与る
Παρόν (ευγενικό)
与ります
Άρνηση (απλή)
与らない
Άρνηση (ευγενική)
与りません
Παρελθόν (απλό)
与った
Παρελθόν (ευγενικό)
与りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
与らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
与りませんでした
Τε-μορφή
与って
Δυνητική
与れる
Προστακτική
与れ
Βουλητική
与ろう
Υποθετική (ば)
与れば