ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: せい

  1. 01 κόσμος, κοινωνία, κοινό
  2. 02 ζωή, βίος
  3. 03 εποχή, περίοδος, γενιά
  4. 04 βασιλεία, διακυβέρνηση, εξουσία
  5. 05 οι καιροί, η εποχή
  6. 06 κόσμος (της ύπαρξης)

Παραδείγματα

  • ひろいです。

    Ο κόσμος είναι μεγάλος.

  • なかわります。

    Ο κόσμος/Η κοινωνία αλλάζει.

  • このこのよけたからには、なに意味いみのあることをしたいとおもいます。

    Μιας και γεννήθηκα σε αυτόν τον κόσμο, σκέφτομαι ότι θέλω να κάνω κάτι με νόημα.