ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι διάσημος
  2. 02 βγαίνω στον κόσμο, σταδιοδρομώ, εμφανίζομαι, εκδίδομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
世に出る
Παρόν (ευγενικό)
世に出ます
Άρνηση (απλή)
世に出ない
Άρνηση (ευγενική)
世に出ません
Παρελθόν (απλό)
世に出た
Παρελθόν (ευγενικό)
世に出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世に出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世に出ませんでした
Τε-μορφή
世に出て
Δυνητική
世に出られる
Προστακτική
世に出ろ
Βουλητική
世に出よう
Υποθετική (ば)
世に出れば