うずもれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζω στην αφάνεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
世に埋もれる
Παρόν (ευγενικό)
世に埋もれます
Άρνηση (απλή)
世に埋もれない
Άρνηση (ευγενική)
世に埋もれません
Παρελθόν (απλό)
世に埋もれた
Παρελθόν (ευγενικό)
世に埋もれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世に埋もれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世に埋もれませんでした
Τε-μορφή
世に埋もれて
Δυνητική
世に埋もれられる
Προστακτική
世に埋もれろ
Βουλητική
世に埋もれよう
Υποθετική (ば)
世に埋もれれば