したが

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό ακολουθώ το ρεύμα, προσαρμόζομαι στις απαιτήσεις της εποχής

Κλίση

Παρόν (απλό)
世に従う
Παρόν (ευγενικό)
世に従います
Άρνηση (απλή)
世に従わない
Άρνηση (ευγενική)
世に従いません
Παρελθόν (απλό)
世に従った
Παρελθόν (ευγενικό)
世に従いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
世に従わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
世に従いませんでした
Τε-μορφή
世に従って
Δυνητική
世に従える
Προστακτική
世に従え
Βουλητική
世に従おう
Υποθετική (ば)
世に従えば